Ήλιος δυνατός. Δυο σώματα κολυμπούν παράλληλα. Αγκαλιάζονται στη μέση της θάλασσας. Η Ηλέκτρα κι ο Παύλος. Μαζί. Κάπου. «Σε μια άλλη ζωή, ένα άλλο σύμπαν, εκεί που ούτε χρόνος υπάρχει, ούτε χώρος, θα ξανασυναντηθούμε». Σεπτέμβρης του ’79. Όλη η Αρσινόη στο πόδι, για τη βάφτιση του μικρού Στέργιου. Πληγές που επουλώνονται, άλλες που αιμορραγούν. Ο Νικόλας σε ένα ψυχρό δωμάτιο, συναντά τον πατέρα του, την Τιτίκα, την Αγνή του. Όλο ρωτά, «πότε θα φύγουμε»; «Σύντομα», του απαντούν. Μα μένει μόνος, να μιλά με τους ίσκιους. Όλοι συγκεντρώνονται στη βάφτιση, μες το ζεστό, λευκό φως. Τσουγκρίσματα κι ευχές, η ορχήστρα ξεκινά να παίζει. Χέρια μπλέκονται, μάτια δακρύζουν, ο χορός φέρνει τον έναν στον άλλο κοντά. Στο κέντρο της γιορτής, το βλέμμα της Ηλέκτρας ταραγμένο. «Κάποιες αγάπες δεν τελειώνουν. Σωπαίνουν». Ο Παύλος ασάλευτος. Ένα κοχύλι μέσα στο χέρι του. Η Ηλέκτρα μετεωρίζεται στο κενό. «Αν, κάποτε, ακούσεις τη θάλασσα μέσα σ’ αυτό το κοχύλι, θ’ ακούσεις κι εμάς. Εκεί μέσα είμαστε.